Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Πολιτικός γάμος στο Σωληνάρι Απόκριες 1983





Το παρακάτω κείμενο είναι ένα σατιρικό-θεατρικό σκετς που πραγματοποιήθηκε
τις αποκριές του 1984 στο ΣΩΛΗΝΆΡΙ.  Εκείνη την περίοδο οι παλιότεροι θα θυμούνται ότι καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος στην Ελλάδα, με επακόλουθο τις πολλές αντιδράσεις που προκάλεσε κυρίως από την μεριά της εκκλησίας. Έτσι γράφτηκε το κείμενο αυτό και έγινε σκετσάκι, ώστε να σατιρίσει το συγκεκριμένο θέμα..
Το κείμενο αυτό το έχει γράψει ένας σατιρικός Παργινός συγγραφέας ο αείμνηστος πλέον Πέτρος Γιούργας.                                                                                                                                      


Προσφώνηση δημάρχου προ της τελετής

Κοπιάστε τέκνα αγαπητά - για να σας επαινέσω
που με του γάμου τα δεσμά - ψοφάτε να σας δέσω.
Γιατί μ’ αυτό το γάμο σας - ηλίθιοι θαρρείτε,
πως μέσα στο παράδεισο - σούμπιτο θε να μπείτε.
Αυτό θαρρείτε και οι δυο- τέτοια που ‘χετε γκλάβα,
θα δείτε όμως…την ουρά - πως πίσω έχει η αχλάδα.
Και πρώτα εσενανε γαμπρέ - και ένδοξε πλωτάρχη,
σε θέλει η νύφη…προπαντός - γενναίο πολεμαρχη.
Και κάθε νύχτα ούτε στιγμή - να της γυρίζεις κωλο,
μα να της ρίχνεις απανωτές - ριπές σαν πολυβόλο.
Και αν τη νύχτα εύκολα - μια τρύπα δα βουλώνει,
άλλες τρύπες ανοίγουνε - κάθε που ξημερώνει.
Γι’ αυτό νυφούλα πάντοτε - τις νύχτες, να φροντίζεις,
τον καψερό τον άντρα σου - να μην τον ξεζουμίζεις.
Τι το πηγάδι σου μπορεί - νερό να έχει πάντα,
αλλά χαλάει ο κουβάς - με το πολύ αγάντα.
Κι αν θες να τρως ένα γλυκό - αγγούρι με το γάμο,
θε να σου χώνει κι η ζωή - πικρά αγγούρια…άμμο.
Τώρα ελάτε πιο κοντά - την τελετή ν’ αρχίσω,
και με δυο λόγια ύστερα - να σας ευχολογήσω.

Ακολουθεί η τελετή με τις σχετικές ερωτήσεις του δημάρχου, για αγάπη, πίστη κτλ..

Και ενώ η τελετή βρίσκεται σε εξέλιξη, ορμαει απάνω ο παπάς…

Οι κατάρες του παπά.

Γιατί κύριε Δήμαρχε – γιατί ορέ καθίκι,
το γάμο τον κατάντησες - σωστό καραγκιοζιλίκι;;
Δίχως κουμπάρο και παπά – ρύζι, κεριά, κουφέτα
του γάμου το μυστήριο – το κάνατε οπερέτα!!
Να έχετε την κατάρα μου – και συ και η αφεντιά τους
και ολο το συμπεθεριό – μαζί με τα παιδιά τους.
Χαρές, χαΐρι, προκοπή – να μη δείτε καθόλου,
γιατί δεν είστε Χριστιανοί – αλλά, παιδιά διαβόλου.
Γι’ αυτό θα πάτε σούμπιτο – στα τάρταρα του Άδη
κι οι διάβολοι θα σας…πηδούν – απ’ το πρωί ως το βράδυ.
Γιατί μ’ αυτό το γάμο σας – δεν είστε παντρεμένοι,
μα αφορισμένοι δυο φορές – και τρισκαταραμένοι.



Ευχολόγιο Δημάρχου.

Και τώρα δούλοι του Θεού – και των παθών σας σκλάβοι,
ελάτε συμβουλές και ευχές – καθένας σας να λάβει.
Και πρώτα εσύ νυφουλα μου – που είσαι σαν φοράδα,
μέλια, σορόπια να μην θες – μέρα και νύχτα αράδα.
Γιατί δεν είναι κόκορας – ο άντρας σ’ απ’ το Μπερατι,
για να τον έχεις συνεχώς – καβάλα στο κρεβάτι.
Γι’ αυτό σου δίνω συμβουλή – να μην το παρακάνεις,
και πάντοτε με ρέγουλα – κέρατα να του βάνεις.
Οι αμαρτίες οι γλυκές – αν σου παραγουστάρουν,
ψήστα με τον κουμπάρο σου – πρέφα να μην σε πάρουν.
Και τώρα το καθήκον μου – εις την υγειά σας πίνω,
και τις πιο κάτω τις ευχές – εις το γαμπρό τις δίνω.
Να ‘σαι το Μάη γάιδαρος – τον Αύγουστο κριάρι,
ολο το χρόνο κόκορας – και γάτος το Γενάρη.
Αλλά κακά τα ψέματα – και θα στα πω ένα χέρι,
αφού τέτοιον καπλανο – μου διάλεξες για ταίρι.
Θα ‘ταν πολύ καλύτερα – μαγκούφης για να μείνεις,
και όχι τέτοιος κερατάς – με δίπλωμα να γίνεις.
Έτσι που πια ρεντίκολο – θα καταντήσεις σε ούλους,
αφού τούτος ο πούτανος – θα σε γεμίσει μούλους.
Και τώρα ορσε και οι δυο – τα χαιρετίσματά μου,
και τσακιστείτε από δω – να μη σας δω μπροστά μου.
Κι ούτε θε να λερώσω δα – του Δήμου το βιβλίο,
της αφεντιάς σας γράφοντας – το γάμο το γελοίο.
Μα θα σας γράψω βέβαια – τέτοια που ‘στε καθίκια,
εις τα παλιά παπούτσια μου – και στα Καλαμπαλίκια. !!!!           
ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ FOTO ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΊΑ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΓΛΕΝΤΙ ...
ΟΙ ΠΡΟΒΕΣ.....
Η ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΊΑ....
εεεεεε  ξεφύγαμε λίγο απ' το σενάριο......
Η ΝΥΦΗ ΚΙ Ο ΓΑΜΠΡΟΣ.....
γαμπρός ,νύφη, κουμπάρος,δήμαρχος και ο γιατρός....
ΑΣΤΕΡΙ Η ΝΥΦΟΥΛΑ ΜΑΣ....
Όλο σκέρτσο και τσαχπινιά !!!
Και κάπου εδώ έπιασαν τη νύφη οι πόνοι της γέννας .....

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

ΑΘΑΝΑΣΙΑ !!!!!!

Γράφει: Dave 
Μου αρέσουν πολύ οι ιστορίες. Εκείνες που είναι βγαλμένες από τη ζωή που λένε. Οι ιστορίες των άσημων πρωταγωνιστών της, που δεν θα καταγραφούν πουθενά αν δεν ειπωθούν από μένα κι από σένα. Δεν θα γίνουν έξυπνες λεζάντες ούτε τσιτάτα σε κάδρα. Κι όμως αυτές είναι που διαμορφώνουν αρμονικά ίσως, τους λόγους που υπάρχει η ποίηση, η λογοτεχνία και κάθε μορφή τέχνης εν τέλει.


-Τη γιαγιά μου την έλεγαν Αθανασία. Τη μητέρα του πατέρα μου. Γεννήθηκε στο Λαφύστιο Βοιωτίας το 1926. Μία γυναίκα όμορφη, δυναμική με τη σπίθα της ανατροπής και του σπουδαίου άγνωστου, χαραγμένη στο βλέμμα της.

Γνώρισε τη φτώχεια από νωρίς και από την ηλικία του Δημοτικού έπρεπε να δουλεύει στα χωράφια της Κωπαΐδας. Άνθρωπος τίμιος με λιονταρίσια ψυχή, μεγάλωσε σε περιβάλλον άγριο και καταπιεσμένο με κακουχίες πολλές, άρα εκ των πραγμάτων έπρεπε να μεγαλώσει από νωρίς και να στερηθεί την ομορφιά της νιότης μιας και η μοίρα την κατέταξε στη μεριά της επιβίωσης και του μεροκάματου.

Ήταν 16 χρονών – περίοδος Κατοχής – όταν ένα πρωί και ενώ άπλωνε την μπουγάδα στην αυλή του σπιτιού, εμφανίστηκε απ’ έξω ένας άντρας πάνω σε άλογο, ζωσμένος με σφαίρες χιαστί και διψασμένος και της ζήτησε λίγο νερό. Ήταν ο Καπετάν Διαμαντής – αντιστασιακός πρωτοπαλίκαρο του Άρη και Καπετάνιος του ΕΛΑΣ, ο οποίος την ερωτεύτηκε ακαριαία.



Της συστήθηκε και της ζήτησε να πάει μαζί του στο Βουνό, πράγμα που έγινε χωρίς δεύτερη σκέψη. Αργότερα θα εξομολογούνταν στη νύφη της – δηλαδή στη μητέρα μου – ότι της άρεσε και εκείνης πολύ και δεν το σκέφτηκε καν. Μαζί του η γιαγιά μου απέκτησε ταξική συνείδηση, ζώστηκε και εκείνη αντάρτισσα αισθανόμενη ότι δίπλα του επαναστατούσε ήδη στην καταπιεσμένη και γεμάτη αδικία ζωή της, ερωτεύτηκαν παράφορα και απέκτησαν μία κόρη.

Προς στο τέλος του εμφυλίου ο Καπετάν Διαμαντής δολοφονήθηκε και τη γιαγιά μου μικρή ακόμα σε ηλικία και φτωχή, την εξανάγκασαν να δώσει την κόρη της για υιοθεσία σε μία πλούσια οικογένεια της Λιβαδειάς.

Μετά από μερικά χρόνια παντρεύτηκε τον Γιάννη – τον παππού μου – με συνοικέσιο, άνθρωπος απολιτίκ που λένε, κτηνοτρόφος στο επάγγελμα, δίκαιος και ήσυχος αλλά από ανθρώπινες ψυχές δυστυχώς δεν σκάμπαζε γρι. Έκαναν μαζί δύο παιδιά, ένα αγόρι και ένα κορίτσι… Το αγόρι ήταν ο πατέρας μου.

Τα χρόνια περνούσαν και η γιαγιά μου μεγάλωνε μαζί με τα κατάλοιπα μιας μικρής και στενής κοινωνίας που λεγόταν Σωληνάρι Βοιωτίας, προσπαθώντας να μεγαλώσει δύο παιδιά καταπιεσμένη και κουρασμένη από την έλλειψη του Διαμαντή αλλά και της επικοινωνίας με τον παππού μου. Δήλωνε κομουνίστρια στα κρυφά, έκρυβε το ψηφοδέλτιο στο στέρνο της και έλεγε στον πατέρα μου να μάθει να αντιστέκεται και να φωνάζει πάντα αυτό που αισθάνεται.

Τα χρόνια πέρασαν και ήρθε η στιγμή που γνώρισε τη μητέρα μου. Τη νύφη της.

Η μητέρα μου αγχωμένη που θα γνώριζε την πεθερά της ανέβηκε στο χωριό. Αντίκρισε η μία την άλλη και χωρίς να πούνε τίποτα αγκαλιάστηκαν και δάκρυσαν. Κάθισαν στο τραπέζι και η γιαγιά μου διακρίνοντας το άγχος της μητέρας μου τη ρώτησε:

– Καπνίζεις Γεωργία;
– Όχι κυρία Αθανασία, δεν καπνίζω.
– Να καπνίζεις Γεωργία. Να καπνίζεις και να βάφεσαι…

——————————-

ΥΓ. Δεν έχω πολλές εικόνες από την αντάρτισσα Αθανασία. Μόνο 4.

Έπλεκε έξω στην αυλή κι όταν της έπεφτε το βελονάκι με φώναζε να της το σηκώσω.
Μου άρεσε να ξαπλώνω κάτω από την καρέκλα που καθόταν και να της κλοτσάω τις γάμπες.
Θυμάμαι τα χέρια της. Ζαρωμένα και καθαρά.
Και το φιλί της. Ζεστό και αληθινό.

Καμιά φορά τη φέρνω στα τραγούδια μου και την αναφέρω.
Μου λείπει. Μου λείπει πολύ…
Ήμουν 4 χρονών όταν έφυγε. Όσες και οι στιγμές που θυμάμαι.
Σκέψεις του Γιάννη Μίχα ή αλλιώς Dave σε όσους εκεί έξω ακόμα αισθάνονται.                                                 ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΟ: Dave


Ο Γιάννης Μίχας Νεονάκης ή αλλιώς Dave γεννήθηκε στις 27 Αυγούστου του 1983 στην Αθήνα. Μεγάλωσε και ζει μέχρι σήμερα στην ευρύτερη περιοχή του Βύρωνα και στην ηλικία των 13 ήρθε πρώτη φορά σε επαφή με την ραπ μουσική αλλά και με την τέχνη του γραπτού λόγου. Είναι στιχουργός, ερμηνευτής και ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος «Φράξια», ένα από τα πιο βαθιά πολιτικοποιημένα και ανθρωποκεντρικά συγκροτήματα της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής. Έχει εμφανιστεί ζωντανά σε πολλά σημεία της Αθήνας αλλά και της επαρχίας με το συγκρότημα και έχει εκδώσει επίσης κι ένα βιβλίο με στίχους αλλά και πεζό λόγο, με τίτλο: «Έχω τον λόγο μου». Θεωρείται από αρκετούς ως ένας σύγχρονος ποιητής της γενιάς του, αλλά και κινηματικός καλλιτέχνης με αιχμηρό, επικίνδυνο αλλά και βαθιά ρομαντικό στίχο. | dave--am@hotmail.com 

Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΒΡΑΣΤΑΜΙΤΑΣ,ΕΠΙΖΩΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ( 14.12.1894 )

Εστία, αρ. φυλ. 282, 14.12.1894: 1-2
ΒΟΙΩΤΙΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
Η ΠΕΤΡΑ        


Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κλείσω τὰς βοιωτικὰς ἐντυπώσεις μου, χωρὶς νὰ ἀφιερώσω ὀλίγας
γραμμὰς εὐλαβεῖς πρὸς τοὺς βράχους τῆς Πέτρας, τοὺς ἀπορρῶγας, τοὺς ὀξύαιμους,
τοὺς τόσον τὸν χρωματισμὸν ἰδιοτρόπους, μὲ τοὺς βαθυπρασίνους σφενδάμνους τῶν
καὶ τοὺς πρίνους τοὺς νανοφυεῖς ἀπὸ τῶν χαραδρῶν τῶν ὁποίων ἀντηχοῦν αἱ ὀξεῖαι
τῶν κίρκων κραυγαὶ καὶ τὸ μελαγχολικόν, τὸ θρηνῶδες κελάδημα τοῦ
πετροκοσσύρου.
Δι’ ὃν λόγον ἔκρινα εὐσεβὲς καθῆκον νὰ προσκυνήσω τὸ συντετριμμένον λέοντα τῆς
Χαιρωνείας, τὸν λίθον τοῦτον τὸν σκέποντα τὸν τύμβον τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας,
διὰ τὸν αὐτὸν καὶ ἔτι μείζονα ἔφερα τὸ βῆμα πρὸς τοὺς βράχους τῆς Πέτρας, ἐπὶ τῶν
ὁποίων ἀντήχησεν ἡ τελευταία τουφεκιὰ τοῦ πανυμνήτου Ἀγῶνος μας, ἐπὶ τῶν
ὁποίων ἔπεσαν οἱ τελευταῖοι πρόμαχοι, οἱ ἐπισφραγίσαντες διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν
τὴν Ἀνάστασιν τῆς Πατρίδος.
Κεῖνται οἱ βράχοι τῆς Πέτρας ἐπὶ τῆς ἀπὸ Θηβῶν εἰς Λειβαδείαν ὁδοῦ, ὀλίγα
χιλιόμετρα μακρὰν τῆς Λειβαδείας. Τὸ εὐρὺ ἱκανῶς διάστημα τὸ χωρίζον σήμερον τὴν
βάσιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν δυτικῶν ὀχθῶν τῆς Κωπαΐδος καὶ ἐπιτρέπον ἄνετον ἐκεῖθεν
διέλευσιν στρατοῦ δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Διότι τὰ ὕδατα τῆς λίμνης,
κατακλύζοντα τότε πολὺ εὐρυτέραν ἔκτασιν, κατέλειπον ὡς ἀτραπὸν μεταξὺ τῶν
βράχων καὶ τῆς λίμνης ἐλευθέραν μόλις στενὴν λωρίδα γῆς.
Διὰ τῆς λωρίδος ταύτης ἔπρεπε διέλθουν οἱ πεντακισχιλίοι Τοῦρκοι τοῦ Ἀσλάμπεη, οἱ
ἀποτελοῦντες τὸν στρατὸν τῆς Ἀττικῆς καὶ τῶν Θηβῶν, ἀνακληθέντες ἐσπευσμένως
ὑπὸ τῆς Πύλης, διὰ τὰς ἐκ τῶν ἡττῶν τοῦ ῥωσσικοῦ πολέμου συμφορὰς καὶ
βαίνοντες πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἔκρινεν ἡ στρατηγικὴ
διορατικότης τοῦ Ὑψηλάντη νὰ τοῖς ἀμφισβητήσῃ τὴν διάβασιν.
Πρέπει νὰ ἐπισκεφθῇ τὰς θέσεις ταύτας διὰ νὰ θαυμάσῃ ἐπαρκῶς τὸ σχέδιον τοῦ
Ἕλληνος στρατηλάτου. Ἕκαστος βράχος, ἕκαστη πέτρα, ἀποτελεῖ καὶ ἓν φυσικὸν
ὀχύρωμα, ἄβατον πρὸς τὴν ἕφοδον καὶ ἑξαφανίζον τοὺς ἀμυνομένους ὄπισθεν τῶν
πρωτοφανῶν τοῦ ἐδάφους ἀνωμαλιῶν.
Καὶ ἐν τούτοις μέση ὁδὸς δὲν ὑπῆρχεν. Οἱ εἰς Λαμίαν βαίνοντες Τοῦρκοι ἢ ἔπρεπε νὰ
ἐκτοπίσουν ἀπὸ τῆς σφηνὸς ἐκείνης τοὺς 2300 ἄνδρας τοῦ Ὑψηλάντου, ἢ νὰ πέσουν
ὅλοι ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τῆς Κωπαΐδος.
Τὰ τῆς μάχης ταύτης ἔγραψαν πολλοί, καὶ ὁ Σ. Τρικούπης καὶ ὁ Ν. Φιλήμων,
γραμματεὺς τότε τοῦ Ὑψηλάντου, καὶ ὁ Αἰνιὰν καὶ οἱ λοιποὶ ἱστορικοὶ τοῦ Ἀγῶνος.
Ἐγὼ δὲν γράφω ἱστορίαν, ἀλλ’ ἐντυπώσεις καὶ τούτου ἕνεκα μόνον ὀλίγας γραμμὰς
θὰ χαράξω περὶ τῆς μάχης, κατὰ λέξιν ὥς μοι ἀφηγήθη τὰ κατ’ αὐτὴν γέρων κάτοικος
τοῦ χωρίου Βρασταμίταις, νεανίας μαχητὴς κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην τοῦ ἱεροῦ
Ἀγῶνος μάχην.
«Τ’ ἀγροίκισε ὁ στρατηγός», μοὶ εἶπε «πῶς ὅλοι οἱ τοῦρκοι τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Θήβας,
θὰ περάσουν ἀπὸ δῶ, τραβῶντες γιὰ τὸ Ζητούνι καὶ ἔπιασε τοι διασελο δυνατά.
Χωριστὰ ταμπούρια εἶχε ὁ κάθε καπετάνιος, ὁ Σκουρτανιώτης, ὁ Διοβουνιώτης, ὁ
Στρατός, ὁ Γκριζώτης, ὁ Τόλιας, Μυρμιγκιά, μελίσσι, στῆς 10 τοῦ Τρυγητῆ ἐφάνηκαν
οἱ Τούρκοι, καὶ καθὼς εἴδαν, πιασμένα τὰ στενά, ταμπουρώθηκαν κ’ αὐτοὶ ἀπὸ κάτω
ἀπὸ τὸ χωριό μου τῆς Βρασταμίταις. Στῆς 12 τοῦ μηνός, προυνὸ προυνὸ ἀρχιζουν τὸ
γιουρούσι στὰ ταμποῦρια μας. Μὰ μὲ ὅλη τους τὴν παλικαρίσια φορὰ ἐτσάκιζαν σὲ 
κάθε γιουρούσι κομματιασμένοι, κ’ ἄλλοι ἐπεφταν σωρὸ στο ῥίζωμα τοῦ βουνοῦ,

ἄλλοι ἐτσαλαπατιόντουσαν φεύγοντας ἀπὸ τὴ δική τους τὴν καβαλαρία, ὅπου
σπρωχνότανε στὸ στενὸ δρόμο, κι’ ἄλλοι κοκκίνιζαν μὲ τὸ αἷμά τους τὰ νερὰ τοῦ
Βάλτου, μερικοὶ σκοτωμένοι, ἄλλοι λαβωμένοι, ποῦ θαρρῶ πῶς τοὺς βλέπω ἄκομα νὰ
χαχλακίζουν μέσα στο νερό, σὰν τὰ λαβωμένα παππιά. Ἐκεῖ στο Μύτικά ποῦ ἤταν τὸ
ταμπούρι τοῦ Τόλια, τέσσαρες φορὲς ἔκαναν γιουρούσι καὶ τέσσεραις φοραῖς
ἐτσάκισαν. Τότε ὅλοι χυθήκαμε καὶ τοὺς πήραμε κυνηγητὸ κατὰ τὰ τσαντήρια τους·
μὰ ἡ καβαλαρία τους μᾶς ἐκράτησε. Τὴν ἄλλη μέρα εἴδαν κ’ ἀπόειδαν πὼς δὲν
περνοῦν καὶ ἔστειλαν δύο πασσάδες νὰ γυρέψουν μπέσα. Τοὺς πασσάδες δὲν τοὺς
ἐπερίμενε ὁ στρατηγὸς γιὰ νὰ μὴ χρειαστῇ νὰ σηκωθῇ μπροστά τους, μόνε αὐτοί που
τοὺς ἔβαλαν καὶ κάθησαν ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἕνα ἰσκιωμένο πλατάνι ἐσηκωθήκανε, ἅμα
φάνηκε ὁ στρατηγός. Τότες ἔγινε συμφωνία ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ πλατάνια τοῦ Ἀϊ
Νικόλα, νὰ ξεκουμπιστοῦν ὅλοι οἱ Τούρκοι, ἀπὸ παντοῦ, ὄξω μόνε ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα, καὶ
μεῖς νὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ περάσουν ἐλεύθερα. Δώκαμε μάλιστα καὶ ῥεέμια καὶ μεῖς
καὶ οἱ Τοῦρκοι. Ἐμεῖς ἐδώκαμε τὸν Τόλια καὶ δύο ἄλλους. Κι’ ὅταν ὑπογράφησαν τὰ
ταχτικὰ χαρτιὰ στὸ Ζητούνι, οἱ πασσάδες ἐχάρισαν στο στρατηγὸ καὶ στους
καπετανέους ἕξι ἄτια καὶ ἄλλα ἀξετίμωτα πεσκέρια. Ἐχάρισαν καὶ στο ῥεέμι (ὅμηρον)
τὸν Τόλια, ἕνα ἀράπικο ἄτι, ξεφτέρι, κ’ αὐτὸ τὸ ἄτι ὁ Τόλιας τὸ χάρισε ἔπειτα ἀπὸ
πέντε χρόνια στο βασιλέα Ὄθωνα, ὅταν ἦλθε στῇ Λειβαδιά. Ἔτρεξε μάλιστα κ’ ἕνα
ἄλλο μὲ τὸν Τόλια. Καθώς, ξεκινώντας οἱ Τούρκοι τὸν εἴχαν ἀνάμεσα τούς, αὐτὸς ἀπὸ
τὴν πολλὴ ζεστή ποῦ ἔκανε ἔβαλε στο κεφάλι ἕνα ἄσπρο μαντίλι. Οἱ Τούρκοι τὸ
πήραν πῶς εἶνε τάχα σημάδι γιὰ μπαμπεσιά, γιὰ νὰ χυθοῦμε νὰ τοὺς σφάξουμε, καὶ
λίγο ἔλειψε νὰ τὸν κανοῦν κομμάτια».
Ἀγνοῶ, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ περὶ τῆς μάχης ταύτης ἀφήγησις τοῦ ἐκ Βρασταμιτῶν
χωρικοῦ. Τὴν ἀναγράφω δὲ μόνον, ὡς ἔκθεσιν ἀπὸ μνήμης αὐτόπτου.
Ἐπεσκέφθην τὸ ἐρημοκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Παρ’ αὐτῷ ἐντὸς ἐλεεινοῦ κελλιοῦ
παραμένει εἳς μοναχός. Ἔξωθεν ἡ φύσις ἐπέστρωσε παρκέτον ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου
λίθου τεραστίου, ἀποτελοῦντες ὁμαλὸν ἐπίπεδον ἐκτάσεως μεγάλης αἰθούσης, καὶ
καλυπτόμενον κύκλωθεν ὑπὸ πλατάνων σκιερῶν. Ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ ὑπεγράφη ὑπὸ
τοῦ Ὑψηλάντου καὶ πασάδων ἡ προκαταρκτικὴ συνθήκη ἥτις ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς
ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐκκενώσεως τῆς ἀπελευθερωθείσης Ἑλλάδος.
Ἄνωθεν τῶν βράχων τῆς Πέτρας ἦσαν ἐκτισμέναι αἱ ἀρχαῖαι Ἀλαλκομεναί.  
Ἡ πόλις
αὔτη, ἥτις ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Παυσανίου ἦτο κώμη μικρά, ἦλκε τὸ ὄνομα εἴτε «ἀπὸ
Ἀλαλκομένως τραφῆναι λέγουσιν»· εἴτε ἀπὸ Ἀλαλκομενίας, μιᾶς τῶν οὐχὶ ὀλίγων
θυγατέρων τοῦ Ὠρύγου, τὰς ὁποίας εἶχον χαρίσει εἰς αὐτὸν οἱ Θεοί. Ταῦτα κατὰ
Παυσανία.
Ἐκεῖ που πλησίον, κατὰ μεγάλην δὲ πιθανότητα ἀκριβῶς, ὅπου εἶνε ὁ ναϊακὸς τοῦ
Ἁγίου Νικολάου ἦτο κτισμένος ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς καὶ ἐν αὐτῷ ἄγαλμα αὐτῆς ἐξ
ἐλέφαντος.
Καὶ ἀφηγούμενος περὶ τῆς τύχης τοῦ ἀγάλματος τούτου ὁ Παυσανίας λαμβάνει
ἀφορμὴν νὰ σύρῃ κατὰ τὸν Σύλλα δικαίας γραμμὰς ἀναθέματος· διότι τὴν αὐτὴν
ἀνημερότητα, τόσον ἀλλοτρίαν κατ’ αὐτόν, πρὸς τὸν Ῥωμαϊκὸν χαρακτῆρα, τὴν
ὁποίαν μετῆλθεν κατὰ τῶν Ἀθηναίων, ἐφήρμοσε, λέγει, καὶ κατὰ τῶν Θηβαίων καὶ
Ὀρχομενίων, «Σύλλα δέ ἐστι μὲν καὶ τὰ εἰς Ἀθηναίους ἀνήμερα καὶ ἤθους ἀλλότρια
τῶν Ῥωμαίων, ἐοικότα δὲ τούτοις καὶ τὰ εἰς Θηβαίους καὶ Ὀρχομενίους». Χωρὶς νὰ
πολυπραγμονήσω ἂν τὸ ἐγκώμιον τὸ ὁποῖον πλέκει ὁ Παυσανίας ἐμμέσως εἰς τὸν ἐν
γένει χαρακτῆρα τῶν Ῥωμαίων εἶναι δίκαιον, ἢ ὑπαγορεύθη τὸ δὴ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ
φόβου τῶν Ἰουδαίων, ἔρχομαι εἰς κατὰ Σύλλα αἰτιάσεις τοῦ Παυσανίου, τὰς
ἀναφερομένας εἰς τοὺς κατὰ τῶν Ἀλαλκομενῶν βανδαλισμοὺς αὐτοῦ
«Προσεξειργάσατο δὲ καὶ ἐν ταῖς Ἀλαλκομέναις ὁ Σύλλας, τῆς Ἀθηνᾶς τὸ ἄγαλμα
αὐτὸ συλήσας». Μὴ γνωρίζων, ἂν τὰ ἄνοστα λογοπαίγνια ἦσαν τοῦ συρμοῦ καὶ κατὰ
τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν δύναμαι εὐσυνειδήτως νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν Παυσανίαν
σκόπιμον ἐπίδειξιν λογοπαικτικῆς ἱκανότητος, καὶ διότι δὲν ἔχω ἄλλως ἑτέρας
ἐνδείξεις, ἐπὶ τοιαύτῃ βαρείᾳ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν κατὰ
τοῦ Σύλλα δικαίαν αὐτοῦ ὀργήν, προσθέτῳ ὅτι ἀποδίδει τὴν δεινὴν δερμικὴν νόσον
ὑφ’ ἣν ὑπέκυψε ὁ Σύλλας εἰς δικαίαν ἆραν τῶν Θεῶν». «Τοῦτον μὲν τοιαῦτα εἴς τε
ἑλληνίδας πόλεις καὶ Θεοὺς τῶν Ἑλλήνων ἐκμανέντα ἐπέλαβεν ἀχαριστοτάτη νόσος
πασῶν. Φθείρων γὰρ ἤνθησεν, ἥ τε πρότερον εὐτυχία δοκοῦσα ἑὸς τοιοῦτον
περιῆλθεν αὐτῷ τέλος». Τῆς νόσου βεβαίως ταύτης τὴν θεραπείαν ἐπιδιώκων
κετέφυγεν εἰς τῆς Αἰδηψοῦ τὰ λουτρά, ἔνθα οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ἐκ τῶν
μεταβάντων ἐκεῖ πρὸς θεραπείαν, ὁ μὴ ἐπισκεφθεὶς τὰς κάτω τοῦ γνωστοῦ Πλατάνου
θερμὰς τοῦ Σύλλα.
Ἔκτοτε ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς ἀπογυμνωθεὶς τοῦ περικαλλοῦς αὐτοῦ ἀγάλματος
«ἠμελήθη ἅτε ἠρημωμένος τῆς Θεοῦ». Τὴν καταστοφὴν δὲ αὐτοῦ συνετέλεσε κατὰ
τὸν Παυσανίαν μέγας καὶ ἰσχυρὸς κισσὸς ὁ ὁποῖος «οἱ προσπεφυκὼς διέλυσεν ἐκ τῶν
ἁρμονιῶν καὶ διέσπα τοὺς λίθους ἀπ’ ἀρχαίων μνημείων ὀφείλουν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν
τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν τοῦ Παυσανίου. Καίτοι ὀλιγώτερον κισσόν, τὰ πλεῖστα τῶν
ἐπὶ τῶν ἐρειπίων φυομένων φυτῶν ἀπεργάζονται σὺν τῷ χρόνῳ διὰ τῆς ἀναπτύξεως
τῶν ῥιζῶν των τὴν κατερείπωσιν αὐτῶν. Εἰς πλεῖστα δὲ ἀρχαῖα μνημεῖα μεταξὺ τῶν
ἁρμῶν τῶν μαρμάρων ἐπεσώρευσαν οἱ αἰῶνες φυτικὴν γῆν, καταστρεπτικὴν τῶν
μνημείων. Οἱ ἐν Ἀθήναις περιπατηταὶ τῶν στηλῶν τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ἂς ἀναβλέψουν
πρὸς στιγμὴν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῆς Πύλης τοῦ Ἀδριανοῦ.
Ἐπιστρέφων ἀπὸ τῶν βράχων τῆς Πέτρας ἔρριψα μεγαλχολικὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ
ἠρειπωμένου Πύργου τῆς Πέτρας, ὅστις ὑψοῦται ἔτι μονήρης δεσπόζων τῶν πέριξ.
Ἂν καὶ ἐρείπιον σῴζει ἔτι τὴν ἀγερωχίαν τῶν παλαιῶν ἡμερῶν του. Δὲν ἐγένετο
ποιμνιοστάσιον, δὲν τὸν ἔχρανε τῶν προβάτων ἡ κόπρος, διότι τὸ χάσμα, τὸ
ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἐκλιποῦσαν θύραν τοῦ πύργου ὑπερκεῖται τρία μέτρα τοῦ
ἐξωτερικοῦ ἐδάφους, μεθ’ οὗ ἐκοινώνει διὰ κινητῆς κλίμακος (Pont levis). Γλαῦκες καὶ
κορῶναι εἶνε οἱ σημερινοὶ δεσπόται τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας, ὅστις ἐνέπνευσε τὴν
συμπαθῆ μοῦσαν τοῦ Θεοδώρου Ὀρφανίδου. Ἡ κόνις τῶν ἱπποτῶν του ἐξηνεμώθη
ὑπὸ τῶν αἰώνων, ὡς ἡ γῦρις τῶν ἀνθέων, ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν. Ἡ γῆ καλύπτει
τοῦ ποιητοῦ τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας τὰ ὀστᾶ, καὶ μόνα ἐπιζοῦν τὰ ἐρείπια τὰ γυμνά,
τὰ ὁποῖα συμπαθὴς σκεπάζει ὁ κισσὸς καὶ οἱ ἀγριοσυκή, ἡ ἀχώριστος, ἡ πιστὴ τῶν
ἐρειπίων παραστάτης.
Τώρα ἡ γλαῦξ κελαηδεῖ καθημένη εἰς γεῖσον θυρίδος Ἐρημολάλα ἐκεῖ φωλιὰς
νυκτοκόρακες ἔχουν, καὶ εἰς τὰ τείχη ἐντός, πρὸς τὸ μέρος τῆς πάλαι αἰθούσης.
Θύσσανοι φύοντ’ ὠχροὶ σισυμβρίου, ἐλξίνης κ’ εὐζώμου,
Λάβρος δὲ πνέων βορρᾶς τοὺς κινεῖ καὶ στενάζει πενθίμως.
Ὤ! εἶνε πιστή, πολὺ πιστὴ ἡ περιγραφὴ τοῦ ποιητοῦ.
Ὅταν ἀπεχώρουν ἐκεῖθεν τελευταίαν ἔρριπτε συμπαθῆ ἐπ’ αὐτῶν ἀκτῖνα ὁ ἥλιος
καταδυόμενος ὄπισθεν τῶν χιονοβλήτων κορυφῶν τοῦ Παρνασσοῦ.
Ὅλαι τοῦ περιβάλλοντος τούτου αἱ ἐντυπώσεις ἀνεκάλεσαν εἰς τὴν μνήμην μου τοὺς
κάτωθι στίχους αὐτοῦ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας, ὄχι διὰ τὸ ἔκτακτον τῆς
ἑξάρσεως, ἀλλὰ διότι ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὰ κατακλύζοντα τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν
ψυχήν μου συναισθήματα.
Ἠρώτησα τὴν γῆν ἐγώ, τῆς γῆς ὁ διαβάτης
Ποῦ φερομ’ ἐνῶ στρέφεται περὶ τὸν ἄξονα τῆς   
Καὶ διασχίζει τοῦ κενοῦ τὸ παγετῶδες χάος
ὡς γίγας, ὅστις ἄφροντις προβαίνει ἀεννάως
καὶ κείνη μοι ἀπήντησε, θνητὲ εἰς πᾶν σοῦ βῆμα,
βαδίζεις πρὸς τὸ μνῆμα.
Ἐστράφην πρὸς ἀνατολὴν πρὸς χρυσουμένην δύσιν πρὸς τὰ ἄνθη τὰ καλλύνοντα τὴν
ἠρεμούσαν φύσιν, μοῦ εἶπον μὲ τὴν ἄκακον φωνὴν τῶν ἀρωμάτων.
Ἐπλάσθημεν νὰ στέφωμεν τὰς κᾶρας τῶν θυμάτων.
Θνητὲ εἰς πᾶν σου βῆμα, βαδίζεις πρὸς τὸ μνῆμα.
Καὶ ὅμως ὄχι πρὸς τὸ μνῆμα, ἄλλα πρὸς τὸν μηδενισμὸν βαδίζει ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ
ἔργα του. Τῶν μνημείων ἐπικάθηται ἐνίοτε ἡ ἀνάμνησις. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν τῇ μνήμῃ τῶν
ἐπιζώντων βίος εἶνε ἐφήμερος. Μόνος ἀληθὴς τοῦ ἀνθρώπου κλῆρος εἶνε τὸ χάος τὸ
κελαινὸν τοῦ μηδενισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀμείλικτος ὠθεῖ καὶ αὐτὰς τάς σκιὰς τῶν
ἐκλιπόντων, ἡ Λήθη.
Φαῖαξ

Τρίτη, 14 Ιουνίου 2016

Δήμος Πέτρας :Πρώτη του έδρα (πρωτεύουσα) ήταν το χωριό Σωληνάρι.Εκλογικοί κατάλογοι 1890

Ο Δήμος Πέτρας ήταν δήμος της επαρχίας Λιβαδειάς που λειτούργησε στο διάστημα 1840-1912. Συστάθηκε με το βασιλικό διάταγμα της 1ης Σεπτεμβρίου 1840 (ΦΕΚ 22Α 18/12/1840) «περί συγχώνευσης δήμων της επαρχίας Λιβαδειάς» και προήλθε από την συγχώνευση των παλαιότερων δήμων Αλιάρτου και Κορώνειας. Παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος μέχρι την κατάργησή του με την Διοικητική διαίρεση του 1912 οπότε αντικαταστάθηκε από μικρότερες κοινότητες. 
Πρώτη του έδρα (πρωτεύουσα) ήταν το χωριό Σωληνάρι, στην συνέχεια έδρα έγινε το χωριό Κουτουμουλάς (Κορώνεια) και τέλος το χωριό Άγιος Γεώργιος.
Μπορείτε να διακρίνετε ονόματα προγόνων  και  προ παππούδων σας.
                 Από το Εν Όψει Αλίαρτος  blog.

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

ΟΡΓΑΝΟΠΑΙΧΤΕΣ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΤΟ ΣΩΛΗΝΑΡΙ.




 Ο Γ.Λάμπρου στην κομπανία του Γιώργου Κόρου.



Στο χωριό μας τους λαϊκούς μουσικούς, σπάνια, τους αποκαλούν «οργανοπαίχτες». Χρησιμοποιούν συλλογικές εκφράσεις όπως, «ήρθαν τα όργανα» ή «τα νταούλια» ή «τα βιολιά». Μάλιστα, όταν αναφέρονται συγκεκριμένα σε κάποιο άτομο, εξειδικεύουν αναφέροντας το μουσικό όργανο που παίζουν όπως, «ο βιολιτζής», «ο λαουτιέρης», «ο κλαριτζής».Ο ντόπιος οργανοπαίχτης, μεγαλωμένος, συχνά, στο ίδιο χωριό, στην ίδια γειτονιά με τους ακροατές και χορευτές, δενόταν μ’ αυτούς μ’ ένα πλέγμα σχέσεων, που τον βοηθούσε να πρωταγωνιστήσει μαζί τους στο ίδιο κοινωνικό δρώμενο του πανηγυριού, δηλαδή το γλέντι και το χορό.
πανηγύρι στο χωριό 10 Μάη 1962Γ.Μίχας (βιολί) Γιανν. Λάμπρου (σαντούρι)
Ο οργανοπαίχτης, ήξερε από πριν ποιο τραγούδι θα παράγγελνε ο κάθε συγχωριανός του, ποιο μεράκι τον έσπρωχνε να ξεδώσει, χορεύοντας εκείνη τη δεδομένη στιγμή και πώς, ακριβώς, γούσταρε να του παίξει το τραγούδι, για να απελευθερωθεί και να απογειωθεί, στην κυριολεξία!
Γ.Μίχας (κιθάρα) Γιανν. Λάμπρου (σαντούρι).
Θυμάμαι τον γάμο της πρώτης μου ξαδέρφης  στο χωριό μου , τότε που σε όλα τα χωριά, τα γαμήλια γλέντια στηνόντουσαν στις αυλές των σπιτιών, μαγείρευαν σε μεγάλα καζάνια και χάλκινα ταψιά κρέας κοκκινιστό με πατάτες φούρνου, που ετοίμαζαν σε πρόχειρα μαγειρεία  οι "εξειδικευμένες" γειτόνισσες. Οι καλεσμένοι καθόντουσαν σε πρόχειρους πάγκους από μαδέρια, τα τραπέζια ήταν δανεικά από συγγενείς και φίλους, ενώ τα κρασιά οι μπύρες και τα αναψυκτικά πάγωναν σε μεγάλα βαρέλια με κολώνες πάγου...
ο γάμος του Λ.Γκουλή (βίδας).

Ο χορός στήνονταν καταμεσής της αυλής, οι κλαριντζήδες έπαιζαν τα όργανά τους στο κέντρο του χορού, κι αυτός που έσερνε κάθε φορά το χορό, τους πετούσε τάλιρα και δεκάρικα σπανιότερα πενηντάρικα και κατοστάρικα στα πόδια τους, ή αν ήταν πολύ μερακλής τους κολλούσε κανένα φτυμένο χιλιάρικο στο κούτελο!       Ευτύχησα να προλάβω να ζήσω λίγο από την εποχή όπου οι κοινωνικές εκδηλώσεις, όπως οι γάμοι, δε γινόντουσαν τόσο τυποποιημένα, με γλέντια προκάτ, πνιγμένα στο "δήθεν", στο βωμό της εμπορευματοποίησης, της αμερικανιάς και του άχρωμου, άοσμου και άνοστου "εκσυγχρονισμού" των παραδόσεων...
Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες είναι αυτοδίδακτοι.Σπάνια φοιτούν σε κάποια μουσική σχολή.Υπάρχει οικογενειακή παράδοση. Στο Σωληνάρι έδρασαν παλιά μερικοί οργανοπαίχτες που με τα όργανά τους θεωρούνται θρύλοι όπως ο Μπαρμπαγιάννης  Λάμπρου με το σαντούρι του,ο Γιάννης Μίχας με το βιολί και το λαούτο,ο Μπαρμπατραντάφλος Μαστροθανάσης με το νταούλι κ.α.
 Παλιές, αγνές εποχές που διάβηκαν ανεπιστρεπτί και χάθηκαν στη λήθη του πανδαμάτορα χρόνου.
Γιάννης Μίχας στον Αι Νικόλα.Γιάννης Μίχας.


Μέμης, Νίκος Μίχας, Νταβαλούμης Τάκης,Γιανν.Μίχας (βιολί)
Παν.Κατσούλας (μαύρος) ,Θαν.Κοτοβός ,Χρ.Βασιληάς στη ταβέρνα του Πήλιου.
     
Γ. Μίχας σε πανηγύρι στη Σούρπη.

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Στα χωράφια βουλευτές, στα έδρανα αγρότες (φωτο)

ag3


Δεν πάει άλλο, ακούμε συνέχεια τους κυβερνητικούς όταν αντιπαρατίθενται με αγρότες να τους λένε: Προτάσεις έχετε, ποιες είναι οι προτάσεις σας;
Τα αιτήματα  των αγροτών είναι δίκαια.  Ο αγώνας τους είναι μια σκληρή αναμέτρηση ενάντια στην αντιαγροτική πολιτική της Ε.Ε, των ελληνικών κυβερνήσεων και των επιχειρηματικών ομίλων. Ενάντια στη συνεχή φοροληστεία που τους θερίζει  και ενισχύει τα μεγάλα συμφέροντα».



Στο μεταξύ τις απόψεις, τις προτάσεις και τα αιτήματα (για απόσυρση του αντι- ασφαλιστικού και της φοροκαταιγίδας καθώς και για την μείωση του κόστους παραγωγής) τα έχουν μάθει ακόμα και τα 5χρονα, ο δε πρωθυπουργός τα γνωρίζει τουλάχιστον από το 2013 όταν πρωτοανέβηκε σε τρακτέρ.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι δεν έχουν προτάσεις, τότε κύριοι κυβερνοβουλευτές που έχετε στρογκυλοκαθήσει στα έδρανα σηκωθείτε, πηγαίνετε εσείς στα χωράφια να τα καλλιεργήσετε να πάνε οι αγρότες στις θέσεις σας να παίρνουν την οχτάρα κάθε μήνα (γιατί τώρα αυτά τα παίρνουν σε ένα χρόνο), να νομοθετήσουν εκείνοι (αφού εσείς δεν μπορείτε και όπως λέτε περιμένετε τις προτάσεις τους) και όταν με το καλό καταλήξουν για το ασφαλιστικό θα σας φωνάξουν για διάλογο…
Με την ευκαιρία μερικές ακόμα νέες φωτό  και από αγρότες.
ag4