Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΤΟΙΚΟΥ ΒΡΑΣΤΑΜΙΤΑΣ,ΕΠΙΖΩΝΤΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ ( 14.12.1894 )

Εστία, αρ. φυλ. 282, 14.12.1894: 1-2
ΒΟΙΩΤΙΚΑΙ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
Η ΠΕΤΡΑ        


Δὲν θὰ ἤθελα νὰ κλείσω τὰς βοιωτικὰς ἐντυπώσεις μου, χωρὶς νὰ ἀφιερώσω ὀλίγας
γραμμὰς εὐλαβεῖς πρὸς τοὺς βράχους τῆς Πέτρας, τοὺς ἀπορρῶγας, τοὺς ὀξύαιμους,
τοὺς τόσον τὸν χρωματισμὸν ἰδιοτρόπους, μὲ τοὺς βαθυπρασίνους σφενδάμνους τῶν
καὶ τοὺς πρίνους τοὺς νανοφυεῖς ἀπὸ τῶν χαραδρῶν τῶν ὁποίων ἀντηχοῦν αἱ ὀξεῖαι
τῶν κίρκων κραυγαὶ καὶ τὸ μελαγχολικόν, τὸ θρηνῶδες κελάδημα τοῦ
πετροκοσσύρου.
Δι’ ὃν λόγον ἔκρινα εὐσεβὲς καθῆκον νὰ προσκυνήσω τὸ συντετριμμένον λέοντα τῆς
Χαιρωνείας, τὸν λίθον τοῦτον τὸν σκέποντα τὸν τύμβον τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας,
διὰ τὸν αὐτὸν καὶ ἔτι μείζονα ἔφερα τὸ βῆμα πρὸς τοὺς βράχους τῆς Πέτρας, ἐπὶ τῶν
ὁποίων ἀντήχησεν ἡ τελευταία τουφεκιὰ τοῦ πανυμνήτου Ἀγῶνος μας, ἐπὶ τῶν
ὁποίων ἔπεσαν οἱ τελευταῖοι πρόμαχοι, οἱ ἐπισφραγίσαντες διὰ τοῦ αἵματος αὐτῶν
τὴν Ἀνάστασιν τῆς Πατρίδος.
Κεῖνται οἱ βράχοι τῆς Πέτρας ἐπὶ τῆς ἀπὸ Θηβῶν εἰς Λειβαδείαν ὁδοῦ, ὀλίγα
χιλιόμετρα μακρὰν τῆς Λειβαδείας. Τὸ εὐρὺ ἱκανῶς διάστημα τὸ χωρίζον σήμερον τὴν
βάσιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν δυτικῶν ὀχθῶν τῆς Κωπαΐδος καὶ ἐπιτρέπον ἄνετον ἐκεῖθεν
διέλευσιν στρατοῦ δὲν ὑπῆρχε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Διότι τὰ ὕδατα τῆς λίμνης,
κατακλύζοντα τότε πολὺ εὐρυτέραν ἔκτασιν, κατέλειπον ὡς ἀτραπὸν μεταξὺ τῶν
βράχων καὶ τῆς λίμνης ἐλευθέραν μόλις στενὴν λωρίδα γῆς.
Διὰ τῆς λωρίδος ταύτης ἔπρεπε διέλθουν οἱ πεντακισχιλίοι Τοῦρκοι τοῦ Ἀσλάμπεη, οἱ
ἀποτελοῦντες τὸν στρατὸν τῆς Ἀττικῆς καὶ τῶν Θηβῶν, ἀνακληθέντες ἐσπευσμένως
ὑπὸ τῆς Πύλης, διὰ τὰς ἐκ τῶν ἡττῶν τοῦ ῥωσσικοῦ πολέμου συμφορὰς καὶ
βαίνοντες πρὸς τὴν Θεσσαλίαν. Καὶ εἰς τὴν θέσιν ταύτην ἔκρινεν ἡ στρατηγικὴ
διορατικότης τοῦ Ὑψηλάντη νὰ τοῖς ἀμφισβητήσῃ τὴν διάβασιν.
Πρέπει νὰ ἐπισκεφθῇ τὰς θέσεις ταύτας διὰ νὰ θαυμάσῃ ἐπαρκῶς τὸ σχέδιον τοῦ
Ἕλληνος στρατηλάτου. Ἕκαστος βράχος, ἕκαστη πέτρα, ἀποτελεῖ καὶ ἓν φυσικὸν
ὀχύρωμα, ἄβατον πρὸς τὴν ἕφοδον καὶ ἑξαφανίζον τοὺς ἀμυνομένους ὄπισθεν τῶν
πρωτοφανῶν τοῦ ἐδάφους ἀνωμαλιῶν.
Καὶ ἐν τούτοις μέση ὁδὸς δὲν ὑπῆρχεν. Οἱ εἰς Λαμίαν βαίνοντες Τοῦρκοι ἢ ἔπρεπε νὰ
ἐκτοπίσουν ἀπὸ τῆς σφηνὸς ἐκείνης τοὺς 2300 ἄνδρας τοῦ Ὑψηλάντου, ἢ νὰ πέσουν
ὅλοι ἐπὶ τῶν ὀχθῶν τῆς Κωπαΐδος.
Τὰ τῆς μάχης ταύτης ἔγραψαν πολλοί, καὶ ὁ Σ. Τρικούπης καὶ ὁ Ν. Φιλήμων,
γραμματεὺς τότε τοῦ Ὑψηλάντου, καὶ ὁ Αἰνιὰν καὶ οἱ λοιποὶ ἱστορικοὶ τοῦ Ἀγῶνος.
Ἐγὼ δὲν γράφω ἱστορίαν, ἀλλ’ ἐντυπώσεις καὶ τούτου ἕνεκα μόνον ὀλίγας γραμμὰς
θὰ χαράξω περὶ τῆς μάχης, κατὰ λέξιν ὥς μοι ἀφηγήθη τὰ κατ’ αὐτὴν γέρων κάτοικος
τοῦ χωρίου Βρασταμίταις, νεανίας μαχητὴς κατὰ τὴν ὑστάτην ταύτην τοῦ ἱεροῦ
Ἀγῶνος μάχην.
«Τ’ ἀγροίκισε ὁ στρατηγός», μοὶ εἶπε «πῶς ὅλοι οἱ τοῦρκοι τῆς Ἀθήνας καὶ τῆς Θήβας,
θὰ περάσουν ἀπὸ δῶ, τραβῶντες γιὰ τὸ Ζητούνι καὶ ἔπιασε τοι διασελο δυνατά.
Χωριστὰ ταμπούρια εἶχε ὁ κάθε καπετάνιος, ὁ Σκουρτανιώτης, ὁ Διοβουνιώτης, ὁ
Στρατός, ὁ Γκριζώτης, ὁ Τόλιας, Μυρμιγκιά, μελίσσι, στῆς 10 τοῦ Τρυγητῆ ἐφάνηκαν
οἱ Τούρκοι, καὶ καθὼς εἴδαν, πιασμένα τὰ στενά, ταμπουρώθηκαν κ’ αὐτοὶ ἀπὸ κάτω
ἀπὸ τὸ χωριό μου τῆς Βρασταμίταις. Στῆς 12 τοῦ μηνός, προυνὸ προυνὸ ἀρχιζουν τὸ
γιουρούσι στὰ ταμποῦρια μας. Μὰ μὲ ὅλη τους τὴν παλικαρίσια φορὰ ἐτσάκιζαν σὲ 
κάθε γιουρούσι κομματιασμένοι, κ’ ἄλλοι ἐπεφταν σωρὸ στο ῥίζωμα τοῦ βουνοῦ,

ἄλλοι ἐτσαλαπατιόντουσαν φεύγοντας ἀπὸ τὴ δική τους τὴν καβαλαρία, ὅπου
σπρωχνότανε στὸ στενὸ δρόμο, κι’ ἄλλοι κοκκίνιζαν μὲ τὸ αἷμά τους τὰ νερὰ τοῦ
Βάλτου, μερικοὶ σκοτωμένοι, ἄλλοι λαβωμένοι, ποῦ θαρρῶ πῶς τοὺς βλέπω ἄκομα νὰ
χαχλακίζουν μέσα στο νερό, σὰν τὰ λαβωμένα παππιά. Ἐκεῖ στο Μύτικά ποῦ ἤταν τὸ
ταμπούρι τοῦ Τόλια, τέσσαρες φορὲς ἔκαναν γιουρούσι καὶ τέσσεραις φοραῖς
ἐτσάκισαν. Τότε ὅλοι χυθήκαμε καὶ τοὺς πήραμε κυνηγητὸ κατὰ τὰ τσαντήρια τους·
μὰ ἡ καβαλαρία τους μᾶς ἐκράτησε. Τὴν ἄλλη μέρα εἴδαν κ’ ἀπόειδαν πὼς δὲν
περνοῦν καὶ ἔστειλαν δύο πασσάδες νὰ γυρέψουν μπέσα. Τοὺς πασσάδες δὲν τοὺς
ἐπερίμενε ὁ στρατηγὸς γιὰ νὰ μὴ χρειαστῇ νὰ σηκωθῇ μπροστά τους, μόνε αὐτοί που
τοὺς ἔβαλαν καὶ κάθησαν ἀπὸ κάτω ἀπὸ ἕνα ἰσκιωμένο πλατάνι ἐσηκωθήκανε, ἅμα
φάνηκε ὁ στρατηγός. Τότες ἔγινε συμφωνία ἀπὸ κάτω ἀπὸ τὰ πλατάνια τοῦ Ἀϊ
Νικόλα, νὰ ξεκουμπιστοῦν ὅλοι οἱ Τούρκοι, ἀπὸ παντοῦ, ὄξω μόνε ἀπὸ τὴν Ἀθῆνα, καὶ
μεῖς νὰ τοὺς ἀφήσουμε νὰ περάσουν ἐλεύθερα. Δώκαμε μάλιστα καὶ ῥεέμια καὶ μεῖς
καὶ οἱ Τοῦρκοι. Ἐμεῖς ἐδώκαμε τὸν Τόλια καὶ δύο ἄλλους. Κι’ ὅταν ὑπογράφησαν τὰ
ταχτικὰ χαρτιὰ στὸ Ζητούνι, οἱ πασσάδες ἐχάρισαν στο στρατηγὸ καὶ στους
καπετανέους ἕξι ἄτια καὶ ἄλλα ἀξετίμωτα πεσκέρια. Ἐχάρισαν καὶ στο ῥεέμι (ὅμηρον)
τὸν Τόλια, ἕνα ἀράπικο ἄτι, ξεφτέρι, κ’ αὐτὸ τὸ ἄτι ὁ Τόλιας τὸ χάρισε ἔπειτα ἀπὸ
πέντε χρόνια στο βασιλέα Ὄθωνα, ὅταν ἦλθε στῇ Λειβαδιά. Ἔτρεξε μάλιστα κ’ ἕνα
ἄλλο μὲ τὸν Τόλια. Καθώς, ξεκινώντας οἱ Τούρκοι τὸν εἴχαν ἀνάμεσα τούς, αὐτὸς ἀπὸ
τὴν πολλὴ ζεστή ποῦ ἔκανε ἔβαλε στο κεφάλι ἕνα ἄσπρο μαντίλι. Οἱ Τούρκοι τὸ
πήραν πῶς εἶνε τάχα σημάδι γιὰ μπαμπεσιά, γιὰ νὰ χυθοῦμε νὰ τοὺς σφάξουμε, καὶ
λίγο ἔλειψε νὰ τὸν κανοῦν κομμάτια».
Ἀγνοῶ, ἂν ἦναι ἀκριβὴς ἡ περὶ τῆς μάχης ταύτης ἀφήγησις τοῦ ἐκ Βρασταμιτῶν
χωρικοῦ. Τὴν ἀναγράφω δὲ μόνον, ὡς ἔκθεσιν ἀπὸ μνήμης αὐτόπτου.
Ἐπεσκέφθην τὸ ἐρημοκλήσι τοῦ Ἁγίου Νικολάου. Παρ’ αὐτῷ ἐντὸς ἐλεεινοῦ κελλιοῦ
παραμένει εἳς μοναχός. Ἔξωθεν ἡ φύσις ἐπέστρωσε παρκέτον ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου
λίθου τεραστίου, ἀποτελοῦντες ὁμαλὸν ἐπίπεδον ἐκτάσεως μεγάλης αἰθούσης, καὶ
καλυπτόμενον κύκλωθεν ὑπὸ πλατάνων σκιερῶν. Ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ ὑπεγράφη ὑπὸ
τοῦ Ὑψηλάντου καὶ πασάδων ἡ προκαταρκτικὴ συνθήκη ἥτις ἔθεσε τὰς βάσεις τῆς
ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐκκενώσεως τῆς ἀπελευθερωθείσης Ἑλλάδος.
Ἄνωθεν τῶν βράχων τῆς Πέτρας ἦσαν ἐκτισμέναι αἱ ἀρχαῖαι Ἀλαλκομεναί.  
Ἡ πόλις
αὔτη, ἥτις ἐπὶ τῶν χρόνων τοῦ Παυσανίου ἦτο κώμη μικρά, ἦλκε τὸ ὄνομα εἴτε «ἀπὸ
Ἀλαλκομένως τραφῆναι λέγουσιν»· εἴτε ἀπὸ Ἀλαλκομενίας, μιᾶς τῶν οὐχὶ ὀλίγων
θυγατέρων τοῦ Ὠρύγου, τὰς ὁποίας εἶχον χαρίσει εἰς αὐτὸν οἱ Θεοί. Ταῦτα κατὰ
Παυσανία.
Ἐκεῖ που πλησίον, κατὰ μεγάλην δὲ πιθανότητα ἀκριβῶς, ὅπου εἶνε ὁ ναϊακὸς τοῦ
Ἁγίου Νικολάου ἦτο κτισμένος ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς καὶ ἐν αὐτῷ ἄγαλμα αὐτῆς ἐξ
ἐλέφαντος.
Καὶ ἀφηγούμενος περὶ τῆς τύχης τοῦ ἀγάλματος τούτου ὁ Παυσανίας λαμβάνει
ἀφορμὴν νὰ σύρῃ κατὰ τὸν Σύλλα δικαίας γραμμὰς ἀναθέματος· διότι τὴν αὐτὴν
ἀνημερότητα, τόσον ἀλλοτρίαν κατ’ αὐτόν, πρὸς τὸν Ῥωμαϊκὸν χαρακτῆρα, τὴν
ὁποίαν μετῆλθεν κατὰ τῶν Ἀθηναίων, ἐφήρμοσε, λέγει, καὶ κατὰ τῶν Θηβαίων καὶ
Ὀρχομενίων, «Σύλλα δέ ἐστι μὲν καὶ τὰ εἰς Ἀθηναίους ἀνήμερα καὶ ἤθους ἀλλότρια
τῶν Ῥωμαίων, ἐοικότα δὲ τούτοις καὶ τὰ εἰς Θηβαίους καὶ Ὀρχομενίους». Χωρὶς νὰ
πολυπραγμονήσω ἂν τὸ ἐγκώμιον τὸ ὁποῖον πλέκει ὁ Παυσανίας ἐμμέσως εἰς τὸν ἐν
γένει χαρακτῆρα τῶν Ῥωμαίων εἶναι δίκαιον, ἢ ὑπαγορεύθη τὸ δὴ λεγόμενον ὑπὸ τοῦ
φόβου τῶν Ἰουδαίων, ἔρχομαι εἰς κατὰ Σύλλα αἰτιάσεις τοῦ Παυσανίου, τὰς
ἀναφερομένας εἰς τοὺς κατὰ τῶν Ἀλαλκομενῶν βανδαλισμοὺς αὐτοῦ
«Προσεξειργάσατο δὲ καὶ ἐν ταῖς Ἀλαλκομέναις ὁ Σύλλας, τῆς Ἀθηνᾶς τὸ ἄγαλμα
αὐτὸ συλήσας». Μὴ γνωρίζων, ἂν τὰ ἄνοστα λογοπαίγνια ἦσαν τοῦ συρμοῦ καὶ κατὰ
τοὺς χρόνους ἐκείνους δὲν δύναμαι εὐσυνειδήτως νὰ ἀποδώσω εἰς τὸν Παυσανίαν
σκόπιμον ἐπίδειξιν λογοπαικτικῆς ἱκανότητος, καὶ διότι δὲν ἔχω ἄλλως ἑτέρας
ἐνδείξεις, ἐπὶ τοιαύτῃ βαρείᾳ κατ’ αὐτοῦ κατηγορία. Ἐπανερχόμενος δὲ εἰς τὴν κατὰ
τοῦ Σύλλα δικαίαν αὐτοῦ ὀργήν, προσθέτῳ ὅτι ἀποδίδει τὴν δεινὴν δερμικὴν νόσον
ὑφ’ ἣν ὑπέκυψε ὁ Σύλλας εἰς δικαίαν ἆραν τῶν Θεῶν». «Τοῦτον μὲν τοιαῦτα εἴς τε
ἑλληνίδας πόλεις καὶ Θεοὺς τῶν Ἑλλήνων ἐκμανέντα ἐπέλαβεν ἀχαριστοτάτη νόσος
πασῶν. Φθείρων γὰρ ἤνθησεν, ἥ τε πρότερον εὐτυχία δοκοῦσα ἑὸς τοιοῦτον
περιῆλθεν αὐτῷ τέλος». Τῆς νόσου βεβαίως ταύτης τὴν θεραπείαν ἐπιδιώκων
κετέφυγεν εἰς τῆς Αἰδηψοῦ τὰ λουτρά, ἔνθα οὐδεὶς βεβαίως ὑπάρχει ἐκ τῶν
μεταβάντων ἐκεῖ πρὸς θεραπείαν, ὁ μὴ ἐπισκεφθεὶς τὰς κάτω τοῦ γνωστοῦ Πλατάνου
θερμὰς τοῦ Σύλλα.
Ἔκτοτε ὁ ναὸς τῆς Ἀθηνᾶς ἀπογυμνωθεὶς τοῦ περικαλλοῦς αὐτοῦ ἀγάλματος
«ἠμελήθη ἅτε ἠρημωμένος τῆς Θεοῦ». Τὴν καταστοφὴν δὲ αὐτοῦ συνετέλεσε κατὰ
τὸν Παυσανίαν μέγας καὶ ἰσχυρὸς κισσὸς ὁ ὁποῖος «οἱ προσπεφυκὼς διέλυσεν ἐκ τῶν
ἁρμονιῶν καὶ διέσπα τοὺς λίθους ἀπ’ ἀρχαίων μνημείων ὀφείλουν νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν
τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν τοῦ Παυσανίου. Καίτοι ὀλιγώτερον κισσόν, τὰ πλεῖστα τῶν
ἐπὶ τῶν ἐρειπίων φυομένων φυτῶν ἀπεργάζονται σὺν τῷ χρόνῳ διὰ τῆς ἀναπτύξεως
τῶν ῥιζῶν των τὴν κατερείπωσιν αὐτῶν. Εἰς πλεῖστα δὲ ἀρχαῖα μνημεῖα μεταξὺ τῶν
ἁρμῶν τῶν μαρμάρων ἐπεσώρευσαν οἱ αἰῶνες φυτικὴν γῆν, καταστρεπτικὴν τῶν
μνημείων. Οἱ ἐν Ἀθήναις περιπατηταὶ τῶν στηλῶν τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ἂς ἀναβλέψουν
πρὸς στιγμὴν ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐπὶ τῆς Πύλης τοῦ Ἀδριανοῦ.
Ἐπιστρέφων ἀπὸ τῶν βράχων τῆς Πέτρας ἔρριψα μεγαλχολικὸν βλέμμα ἐπὶ τοῦ
ἠρειπωμένου Πύργου τῆς Πέτρας, ὅστις ὑψοῦται ἔτι μονήρης δεσπόζων τῶν πέριξ.
Ἂν καὶ ἐρείπιον σῴζει ἔτι τὴν ἀγερωχίαν τῶν παλαιῶν ἡμερῶν του. Δὲν ἐγένετο
ποιμνιοστάσιον, δὲν τὸν ἔχρανε τῶν προβάτων ἡ κόπρος, διότι τὸ χάσμα, τὸ
ἀνταποκρινόμενον εἰς τὴν ἐκλιποῦσαν θύραν τοῦ πύργου ὑπερκεῖται τρία μέτρα τοῦ
ἐξωτερικοῦ ἐδάφους, μεθ’ οὗ ἐκοινώνει διὰ κινητῆς κλίμακος (Pont levis). Γλαῦκες καὶ
κορῶναι εἶνε οἱ σημερινοὶ δεσπόται τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας, ὅστις ἐνέπνευσε τὴν
συμπαθῆ μοῦσαν τοῦ Θεοδώρου Ὀρφανίδου. Ἡ κόνις τῶν ἱπποτῶν του ἐξηνεμώθη
ὑπὸ τῶν αἰώνων, ὡς ἡ γῦρις τῶν ἀνθέων, ὑπὸ τοῦ ἀνέμου τὴν πνοήν. Ἡ γῆ καλύπτει
τοῦ ποιητοῦ τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας τὰ ὀστᾶ, καὶ μόνα ἐπιζοῦν τὰ ἐρείπια τὰ γυμνά,
τὰ ὁποῖα συμπαθὴς σκεπάζει ὁ κισσὸς καὶ οἱ ἀγριοσυκή, ἡ ἀχώριστος, ἡ πιστὴ τῶν
ἐρειπίων παραστάτης.
Τώρα ἡ γλαῦξ κελαηδεῖ καθημένη εἰς γεῖσον θυρίδος Ἐρημολάλα ἐκεῖ φωλιὰς
νυκτοκόρακες ἔχουν, καὶ εἰς τὰ τείχη ἐντός, πρὸς τὸ μέρος τῆς πάλαι αἰθούσης.
Θύσσανοι φύοντ’ ὠχροὶ σισυμβρίου, ἐλξίνης κ’ εὐζώμου,
Λάβρος δὲ πνέων βορρᾶς τοὺς κινεῖ καὶ στενάζει πενθίμως.
Ὤ! εἶνε πιστή, πολὺ πιστὴ ἡ περιγραφὴ τοῦ ποιητοῦ.
Ὅταν ἀπεχώρουν ἐκεῖθεν τελευταίαν ἔρριπτε συμπαθῆ ἐπ’ αὐτῶν ἀκτῖνα ὁ ἥλιος
καταδυόμενος ὄπισθεν τῶν χιονοβλήτων κορυφῶν τοῦ Παρνασσοῦ.
Ὅλαι τοῦ περιβάλλοντος τούτου αἱ ἐντυπώσεις ἀνεκάλεσαν εἰς τὴν μνήμην μου τοὺς
κάτωθι στίχους αὐτοῦ τοῦ ποιητοῦ τοῦ Πύργου τῆς Πέτρας, ὄχι διὰ τὸ ἔκτακτον τῆς
ἑξάρσεως, ἀλλὰ διότι ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὰ κατακλύζοντα τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν
ψυχήν μου συναισθήματα.
Ἠρώτησα τὴν γῆν ἐγώ, τῆς γῆς ὁ διαβάτης
Ποῦ φερομ’ ἐνῶ στρέφεται περὶ τὸν ἄξονα τῆς   
Καὶ διασχίζει τοῦ κενοῦ τὸ παγετῶδες χάος
ὡς γίγας, ὅστις ἄφροντις προβαίνει ἀεννάως
καὶ κείνη μοι ἀπήντησε, θνητὲ εἰς πᾶν σοῦ βῆμα,
βαδίζεις πρὸς τὸ μνῆμα.
Ἐστράφην πρὸς ἀνατολὴν πρὸς χρυσουμένην δύσιν πρὸς τὰ ἄνθη τὰ καλλύνοντα τὴν
ἠρεμούσαν φύσιν, μοῦ εἶπον μὲ τὴν ἄκακον φωνὴν τῶν ἀρωμάτων.
Ἐπλάσθημεν νὰ στέφωμεν τὰς κᾶρας τῶν θυμάτων.
Θνητὲ εἰς πᾶν σου βῆμα, βαδίζεις πρὸς τὸ μνῆμα.
Καὶ ὅμως ὄχι πρὸς τὸ μνῆμα, ἄλλα πρὸς τὸν μηδενισμὸν βαδίζει ὁ ἄνθρωπος καὶ τὰ
ἔργα του. Τῶν μνημείων ἐπικάθηται ἐνίοτε ἡ ἀνάμνησις. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν τῇ μνήμῃ τῶν
ἐπιζώντων βίος εἶνε ἐφήμερος. Μόνος ἀληθὴς τοῦ ἀνθρώπου κλῆρος εἶνε τὸ χάος τὸ
κελαινὸν τοῦ μηδενισμοῦ, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀμείλικτος ὠθεῖ καὶ αὐτὰς τάς σκιὰς τῶν
ἐκλιπόντων, ἡ Λήθη.
Φαῖαξ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου